Αρχαιολογικοί χώροι

Σαλαμίνα

Αργοσαρωνικός

Εύη Μικρομάστορα (αρχαιολόγος)

1
Σπήλαιο του Ευριπίδη

Στη νότια Σαλαμίνα, στον όρμο των Περιστερίων, σε υψόμετρο 115 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, δεσπόζει το σπήλαιο του τραγικού ποιητή Ευριπίδη. Έχει συνολικό βάθος 47 μ. και αποτελείται από δέκα χώρους, συμπεριλαμβανομένου του ανδήρου και ενός μικρού παράπλευρου σπηλαίου.

Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων πραγματοποίησε από το 1994 ως το 1997 ανασκαφική έρευνα στο σπήλαιο σε πολύ δύσκολες συνθήκες, καθώς από το εσωτερικό του αφαιρέθηκε και κοσκινίστηκε επίχωση συνολικού βάρους 120 τόνων. Βάσει των κινητών ευρημάτων αποδείχθηκε η διαφορετική χρήση του σπηλαίου κατά τη διάρκεια έξι περιόδων της ελληνικής προϊστορίας και ιστορίας. Χρησιμοποιήθηκε ως λατρευτικός χώρος κατά τη Νεότερη και Τελική Νεολιθική περίοδο, ως χώρος ενταφιασμού κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή περίοδο, ως ησυχαστήριο, τόπος έμπνευσης και ποιητικής δημιουργίας κατά την Κλασική περίοδο, ως λατρευτικό άντρο κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο με ιδιαίτερη αίγλη στον ρωμαϊκό κόσμο και, τέλος, ως καταφύγιο και χώρος απόκρυψης θησαυρών την περίοδο της Φραγκοκρατίας.

Ένα πολύ σημαντικό εύρημα της ανασκαφικής περιόδου του 1996, μελαμβαφής σκύφος του ύστερου 5ου αιώνα π.Χ. με το όνομα του Ευριπίδη γραμμένο με μεταγενέστερη τιμητική χάραξη, σε συνδυασμό με πληροφορίες από τις αρχαίες πηγές, οδήγησαν στην ταύτιση του σπηλαίου με το ησυχαστήριο του τραγικού ποιητή στο νησί, το θρυλούμενο ως τόπο καταγωγής του.

2
Ελληνιστικό Ιερό του Διονύσου

Σε κοντινή απόσταση από το σπήλαιο του Ευριπίδη, εντοπίστηκε από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1998–2000) αυτόνομο κτηριακό συγκρότημα της Ελληνιστικής περιόδου, κτισμένο σε μικρό πλάτωμα. Αποτελείται από ιερό με μικρό τετράγωνο ναΐσκο (2,50×2,40 μ.) και αύλειο λατρευτικό χώρο με κτιστό θρανίο.

Το συγκρότημα περιλαμβάνει επίσης κρηναία εγκατάσταση με ορθογώνια δεξαμενή νερού (στεγανοποιημένη εσωτερικά με υδραυλικό κονίαμα), η οποία τροφοδοτείται από παρακείμενη φυσική πηγή μέσω ενός πήλινου αγωγού.

Η μελέτη των κινητών ευρημάτων αποδίδει το Ιερό στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. Η σχετικά μικρή διάρκεια λειτουργίας έληξε τον 2ο αιώνα π.Χ., όταν καταστράφηκε πιθανότατα από φυσικά αίτια. Τα σημαντικότερα ευρήματα, τα οποία αποτελούν και τα τεκμήρια ταύτισής του με τη λατρεία του Διονύσου, είναι: μαρμάρινος αναθηματικός φαλλός, το δεξί χέρι μαρμάρινου αγάλματος που κρατάει κάνθαρο, καθώς και πήλινος κάνθαρος με ανάγλυφα θεατρικά προσωπεία στις λαβές. Σημαντική επίσης ήταν η αποκάλυψη τεσσάρων δισκοειδών καλυμμάτων πήλινων κυψελών με ανάγλυφο το γράμμα Ε στο κέντρο τους. Το εύρημα μαρτυρεί την άσκηση μελισσοκομίας στη Σαλαμίνα επιβεβαιώνοντας το χαρακτηρισμό που αποδίδει στην πατρίδα του ο Ευριπίδης στις Τρωάδες (798-799: «μελισσοτρόφον Σαλαμίνα»).

Σε άμεση γειτνίαση με το σπήλαιο, το διονυσιακό Ιερό θα πρέπει να συμμετείχε ενεργά στη λατρεία των τοπικών Διονυσίων κατά τους κλασικούς χρόνους, πριν αναδειχθεί κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο σε τόπο προσκυνήματος, καθώς το έργο του Ευριπίδη είχε διαδοθεί σε ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Το αγροτικό αυτό Ιερό ήταν προορισμένο πιθανότατα για τη συλλατρεία Διονύσου–Ευριπίδη.

3
Κυκλοτερές ταφικό μνημείο

Στο νότιο άκρο της Σαλαμίνας, στη θέση Κολώνες, στην κορυφή του ακρωτηρίου έχει εντοπιστεί κυκλικό ταφικό μνημείο του 4ου αιώνα π.Χ. Από την περίοπτη θέση του, αναγνωρίσιμο και κατά τους νεότερους χρόνους, είχε δώσει λαβή σε ποικίλους χαρακτηρισμούς, όπως: ναός ή παλάτι του Αίαντα (κυρίως από τους ντόπιους), πύργος και παρατηρητήριο.

Κατά την ανασκαφική διερεύνηση που διενήργησε τη δεκαετία του 1990 η τότε Β΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων αποκαλύφθηκαν τρεις συλημένες σαρκοφάγοι, ίχνη πυράς καθώς και ερυθρόμορφα αγγεία, κυρίως πυξίδες του 375 π.Χ. περίπου, στις οποίες απεικονίζονται σκηνές γάμου.

Τη χρονολόγηση του μνημείου ενισχύει και η κατασκευή της τοιχοδομίας του περιβόλου κατά το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα με κατακόρυφες διακοσμητικές βελονιές στην όψη των λίθων.

Ο περίβολος, που διασώζει είσοδο από το βορρά, έχει συνολική διάμετρο 10,70 μ. και ύψος 3 μ. Είναι δομημένος εξ ολοκλήρου με μεγάλους λίθους από ντόπιο σκληρό κυανόλευκο ασβεστόλιθο. Οι λίθοι προσαρμόζονται μεταξύ τους με απλή επαφή, χωρίς τη βοήθεια συνδετικού υλικού, ενώ η απουσία εγκοπών ή προεξοχών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για το σκοπό της ανύψωσής τους χρησιμοποιήθηκαν κεκλιμένα δάπεδα και κατρακύλια.

Ο μνημειακός χαρακτήρας του οικοδομήματος παραπέμπει σε δημόσιο σήμα ή κενοτάφιο–ηρώο και όχι σε οικογενειακό τάφο ενός ευκατάστατου μέλους της αστικής τάξης, ίσως κάποιου εμπόρου.

Το 2013 ξεκίνησαν οι αναστηλωτικές εργασίες του μνημείου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν με επιτυχία το 2016, ενώ η παράλληλη ανασκαφική έρευνα απέδωσε και άλλα σημαντικά ευρήματα.

4
Μονή Αγίου Νικολάου στα Λεμόνια

Στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού, στο δάσος των Κανακίων και σε υψόμετρο 250 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, σε μια κατάφυτη πλαγιά από πεύκα, δεσπόζει η Mονή του Αγίου Νικολάου που ιδρύθηκε το 1742. Βορειοανατολικά της και σε κοντινή απόσταση διακρίνονται τα ερείπια της παλαιάς μονής, που χρονολογείται στον 16ο αιώνα.

Στο καθολικό της Μονής, που ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης βασιλικής, το τέμπλο είναι διακοσμημένο με έργα του Αθηναίου ζωγράφου του 18ου αιώνα, Ιωάννη Αθανασίου. Πρόκειται για τέσσερις φορητές εικόνες: του Αγίου Νικολάου, της Βρεφοκρατούσας Παναγίας, του Ένθρονου Χριστού και του Αγίου Ιωάννη.

Σε κοντινή απόσταση από τη Μονή υπήρχε πηγή με το όνομα Λουτρό (ή Λουτρά) της Ωραίας Ελένης, ενώ το μικροκλίμα της περιοχής θεωρείτο εξαιρετικό για τη θεραπεία ασθενών που έπασχαν από πνευμονοπάθειες.

Ο Σαλαμίνιος καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Πέτρος Φουρίκης γράφει με θαυμασμό: «Εις τον μακάριον αυτόν τόπον, τον οποίον η φύσις επροίκισε διά τοπίων εν πολλοίς υπερτέρων των Ελβετικών». Σε άλλο σημείο αναφέρει: «τας δε θαυμασίας δύσεις του ηλίου, όστις κρυπτόμενος όπισθεν των μεγαρικών ορέων δίδει εις την ήρεμον του Σαρωνικού θάλασσαν και τα όρη της Σαλαμίνος μαγικάς εικόνας κινούσας εις έκστασιν, θα εχρειάζετο ου μόνον χώρος επαρκής, αλλά και συνεργασία ποιητού και ζωγράφου προς επιτυχή αυτών περιγραφήν».

Αρχαία κατάλοιπα έχουν εντοπιστεί τόσο στη θέση της Μονής του Αγίου Νικολάου στα Λεμόνια (ονομασία που δόθηκε λόγω του λεμονοδάσους που υπήρχε εκεί παλιά) όσο και στον περιβάλλοντα χώρο.

5
Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης

Νοτιοανατολικά της Μονής του Αγίου Νικολάου, σε κοντινή απόσταση, βρίσκεται το μονόχωρο, τρίκογχο, τρουλωτό ναΰδριο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη. Πρόκειται για εξαιρετικό δείγμα αθηναϊκής βυζαντινής αρχιτεκτονικής του 10ου αιώνα μ.Χ.

Το χαρακτηριστικό σχήμα του οκταγωνικού τρούλου αρχαϊκής μορφής οφείλεται στα κύρια σημεία του οκταγωνικού του τυμπάνου, που είναι μεγαλύτερα από τα άλλα.

Σύμφωνα με τον Δημήτριο Πάλλα, το σαλαμινιακό αυτό ναΰδριο έφτιαξαν τεχνίτες που προέρχονταν από το αστικό κέντρο των Αθηνών.

6
Μυκηναϊκή Ακρόπολη των Κανακίων

Στη νοτιοδυτική ακτή της νήσου, σε παράλιο έξαρμα της περιοχής των Κανακίων, αναπτύσσεται η Μυκηναϊκή Ακρόπολη του 13ου αιώνα π.Χ., η οποία περιλαμβάνει κύριο ανακτορικό συγκρότημα με δίδυμο μέγαρο 750 τ.μ. καθώς και κτηριακό συγκρότημα βιοτεχνικού χαρακτήρα, όπως αποκάλυψε η ανασκαφική ομάδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από το 2001 ήρθαν στο φως σημαντικά κινητά ευρήματα: πήλινα αγγεία, λίθινα και μετάλλινα εργαλεία, ειδώλια και σφονδύλια. Αξίζει να αναφερθούν ξεχωριστά μια φολίδα από πανοπλία Αιγύπτιου πολεμιστή με τη σφραγίδα του Ραμσή Γ΄, λάφυρο ή ενθύμιο συμμαχίας, καθώς και ένας ψευδόστομος αμφορέας εμπορικού τύπου, κυπριακής προέλευσης, απόδειξη των σχέσεων της μητρόπολης με τη Σαλαμίνα της Κύπρου. Σύμφωνα με την παράδοση ο Τεύκρος, όταν εκδιώχθηκε από τον πατέρα του, Τελαμώνα, επειδή δεν απέτρεψε την αυτοκτονία του αδελφού του Αίαντα στην Τροία, ίδρυσε στην Κύπρο μια νέα πόλη με το όνομα της γενέτειράς του.

Στη νότια κλιτύ το παλαιότερο μονοπάτι αναδιαμορφώθηκε ώστε να προσφέρει ομαλή πρόσβαση στον κύριο τομέα των ανασκαφών.

7
Λαογραφικό και Ναυτικό Μουσείο της Σαλαμίνας

Το Λαογραφικό και Ναυτικό Μουσείο της Σαλαμίνας στεγάζεται στο Δημαρχείο του νησιού. Εδώ ξετυλίγεται η πλούσια λαογραφική παράδοση του νησιού μέσα από μια πολυάριθμη συλλογή αντικειμένων καθημερινής χρήσης και όχι μόνο, αντιπροσωπευτικών του βίου των Κουλουριωτών του 18ου και 19ου αιώνα. Η συλλογή περιλαμβάνει αργαλειούς, εργαλεία διαφόρων επαγγελμάτων, κεραμικά και χάλκινα αγγεία και οικιακά σκεύη.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η συλλογή της τοπικής, παραδοσιακής ενδυμασίας, της ακριβότερης στην Ελλάδα, την οποία στολίζει γιορντάνι από κοράλλια και χρυσά φλουριά.

Η ενεργή συμμετοχή των Σαλαμινίων στον αγώνα της απελευθέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό σηματοδοτείται από συλλογή όπλων εκείνης της περιόδου (σπάθες, γιαταγάνια, καριοφίλια, πιστόλες, ξίφη) καθώς και από ένα αργυρόκουμπο της φέρμελης του Γεώργιου Καραϊσκάκη.

Η έκθεση ολοκληρώνεται με εικόνες της Μεταβυζαντινής περιόδου, εκκλησιαστικά σκεύη και ιερατικά αντικείμενα, καθώς και με σπάνια έγγραφα των δύο περασμένων αιώνων (προικοσύμφωνα, ξωφύλλια, δημόσια έγγραφα). Την έκθεση συνοδεύει πλούσιο φωτογραφικό υλικό από το 1865 και εξής.

Το Ναυτικό Μουσείο περιλαμβάνει αντικείμενα από τη μακραίωνη αλιευτική και ναυτική παράδοση του νησιού, πολεμική ή εμπορική. Τα κουλουριώτικα καράβια είχαν την απόλυτη υπεροχή στη μεταφορά κάρβουνου από τη Χαλκιδική, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη τον 19ο αιώνα.

8
Αρχαιολογικό Μουσείο Σαλαμίνας

Το Αρχαιολογικό Μουσείο στην περιοχή του Αγίου Νικολάου στεγάζεται σε ένα από τα δέκα εξατάξια σχολεία που ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας σε όλη την Ελλάδα. Στις αίθουσες του πρώην 1ου Δημοτικού Σχολείου παρουσιάζεται η μακρά σαλαμινιακή ιστορία με αρχαιολογικά ευρήματα από την Τελική Νεολιθική έως και τους βυζαντινούς χρόνους.

Ο ενεπίγραφος σκύφος με το όνομα του τραγικού ποιητή Ευριπίδη από το ομώνυμο σπήλαιο, πληθώρα μυκηναϊκής κεραμικής από τα νεκροταφεία της πόλης της Σαλαμίνας και το ανακτορικό συγκρότημα των Κανακίων, τα μετάλλινα αντικείμενα και τα πήλινα αγγεία από τα πλούσια νεκροταφεία των γεωμετρικών χρόνων από το κέντρο της πόλης της Σαλαμίνας και των κλασικών χρόνων από τον οικισμό των Αμπελακίων (πρωτεύουσα της νήσου κατά την Κλασική περίοδο) και από τον Τύμβο των Σαλαμινομάχων, τα χάλκινα κτερίσματα γυναικείας ταφής, όπως κάτοπτρα και καλλωπιστικά εργαλεία, χάλκινο πυκτό κάτοπτρο με ανάγλυφη παράσταση Αφροδίτης και Έρωτα, χάλκινο στεφάνι Ελληνιστικής περιόδου με καρπούς από χρυσό, καθώς και αντικείμενα καθημερινής χρήσης ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων εκτίθενται στις προθήκες αυτού του μικρού αλλά σημαντικού μουσείου.

Η μεγάλη συλλογή από επιτύμβιες στήλες φανερώνει την ακμή του νησιού κατά την Κλασική περίοδο. Η έκθεση ολοκληρώνεται με ψηφισματικά ανάγλυφα καθώς και με πλούσιο εποπτικό υλικό επικεντρωμένο στον ομηρικό Αίαντα και στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.

9
Ναός Αγίου Δημητρίου / Τάφος Γεώργιου Καραϊσκάκη

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου, που ανήκει στον τύπο της βασιλικής μετά τρούλου, ιδρύθηκε το 1806 πάνω στα ερείπια παλαιότερου ναού του 17ου αιώνα και αντιγράφει, ως προς την αρχιτεκτονική δομή, το καθολικό της Μονής Παναγίας Φανερωμένης.

Ο δεσποτικός θρόνος και ο άμβωνας είναι έργα του Τηνιακού γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, ενώ οκτώ αγιογραφίες φέρουν την υπογραφή του Σαλαμίνιου ζωγράφου Πολυχρόνη Λεμπέση.

Ο οπλαρχηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης επισκεπτόταν συχνά τον αφιερωμένο στον προστάτη άγιό του ναό, ο οποίος έμελλε να αποτελέσει την ύστατη κατοικία του. Αυτή ήταν η τελευταία επιθυμία του λίγο πριν ξεψυχήσει στις 23 Απριλίου του 1827, μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του στη μάχη του Φαλήρου.

Το 1835, με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα, μεγάλο τμήμα των οστών του μεταφέρθηκε σε κενοτάφιο στο Φάληρο. Από το 1995 ο Τάφος του Καραϊσκάκη εντός του ναού του Αγίου Δημητρίου είναι επισκέψιμος. Η προτομή του «γιου της Καλογριάς», όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν, κοσμεί τον αύλειο χώρο του ναού, ενώ κάθε χρόνο διοργανώνονται προς τιμήν του τα Καραϊσκάκεια.

10
Ναός Αγίου Μηνά

Αφιερωμένος στον πολιούχο της πόλης της Σαλαμίνας, ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά ιδρύθηκε το 1869 και εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου του 1887. Το αρχαίο οικοδομικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε αφειδώς στην κατασκευή του υποδεικνύει την ύπαρξη αρχαίου οικοδομήματος, πάνω στα θεμέλια του οποίου κτίστηκε ο χριστιανικός ναός. Ο ναός κοσμείται με έργα του Γιαννούλη Χαλεπά και του Πολυχρόνη Λεμπέση, ο οποίος κατοικούσε στο κέντρο της πόλης σε κοντινή απόσταση από τον ναό.

11
Μονή Παναγίας Φανερωμένης

Η Μονή της Παναγίας Φανερωμένης στο βορειοδυτικό άκρο της Σαλαμίνας, απέναντι από τη Μεγαρίδα, κυριαρχεί σε ένα τοπίο με ελαιώνες και πευκοδάσος που απέχει λίγα μέτρα από τη θάλασσα και εναρμονίζεται πλήρως με τη μεσογειακή φύση. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η οικία του Άγγελου Σικελιανού.

Η ίδρυση της Μονής συνδέθηκε με τον Όσιο Λαυρέντιο, κτήτορά της, μετά την εύρεση της ομώνυμης εικόνας στα τέλη του 17ου αιώνα. Σε μικρό ύψωμα νοτιοανατολικά της Μονής σώζεται το ασκηταριό του, ενώ η τίμια κάρα του φυλάσσεται στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Η Μονή χρονολογείται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους (13ος αι. μ.Χ.), ίσως και νωρίτερα, ενώ το καθολικό της, το οποίο ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με τρούλο και έχει στοιχεία δυτικής αρχιτεκτονικής, προβάλλει έντονα τα χαρακτηριστικά του φρουριακού τύπου των μεταβυζαντινών μοναστηριών, εμπλουτίζοντας έτσι την ιστορία της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής. Ο πλούσιος εικονογραφικός διάκοσμος του καθολικού (3.597 μορφές) άρχισε να φιλοτεχνείται το 1735 από τον σπουδαίο αγιογράφο Γεώργιο Μάρκου και ομάδα μαθητών του.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης, η Μονή υπήρξε καταφύγιο για τον άμαχο πληθυσμό, φιλοξένησε συναντήσεις οπλαρχηγών, στέγασε πληγωμένους αγωνιστές. Ο ηγούμενός της, Γρηγόριος Χατζηαθανασίου–Κανέλλος, ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο χώρος της δεν κυριεύτηκε ποτέ από τους Τούρκους. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η Μονή και στα νεότερα χρόνια. Αδιάψευστοι μάρτυρες της διαχρονικής παρουσίας της είναι τα ιερά κειμήλια, τα πολύτιμα χειρόγραφα (ορισμένα μεταφέρθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Κοινότητας των Αθηνών το 1822), ο τάφος του οπλαρχηγού Ιωάννη Γκούρα στον προαύλιο χώρο του καθολικού, καθώς και η ενεπίγραφη επετειακή πλάκα που πιστοποιεί τη μεταφορά του Βασιλικού Ναυστάθμου από τον Πόρο στη Σαλαμίνα το 1878.

Νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά του καθολικού της Μονής, στον προαύλιο χώρο της, έχουν εντοπιστεί διάσπαρτα ιωνικά κιονόκρανα, εντοιχισμένη μαρμάρινη γυναικεία μορφή (θεότητα;), εντοιχισμένο απότμημα μαρμάρινης ενεπίγραφης επιτύμβιας στήλης με ανθεμωτή επίστεψη και μαρμάρινο πόδι λέοντα από βάθρο. Πλήθος εντοιχισμένων αρχιτεκτονικών μελών στο ανατολικό τμήμα του καθολικού και στον παρακείμενο ναό του Αγίου Νικολάου υποδηλώνουν την ύπαρξη αρχαίου οικοδομήματος (ιερού;), πάνω στα θεμέλια του οποίου κτίστηκε ο χριστιανικός ναός.

12
Οικία Άγγελου Σικελιανού

«Γαλάζια τριήρη στο βυθόν, ανάμεσα σε εαρινούς αφρούς η Σαλαμίνα» αναφέρει ο Άγγελος Σικελιανός στο ποίημά του «Παλαμάς». Εντυπωσιασμένος από τη φυσική ομορφιά του τοπίου, όταν επισκέφθηκε το 1933 το δάσος της Φανερωμένης μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Άννα Καμπανάρη, ζήτησε να του παραχωρηθεί από τη Μονή Φανερωμένης άδεια διαμονής σε ένα μικρό οίκημα στον παράλιο όρμο της περιοχής. Το μικρό αυτό οίκημα, όπου ο ποιητής έζησε με τη σύζυγό του τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 1938 έως το 1949, υπήρξε ένας από τους πολλούς ανεμόμυλους του νησιού. Από τα ερείπιά του κατασκευάστηκε μικρό κτήριο για τη μεταφορά του Βασιλικού Ναυστάθμου.

Το κτήριο στέγασε το Διοικητήριο από το 1878 έως το 1881.

Μετά το θάνατο του Σικελιανού, το οίκημα ερήμωσε, ώσπου το 1991, σε σχετική εκδήλωση του Δήμου Σαλαμίνας, η σύζυγός του, Άννα Σικελιανού, εξέφρασε την επιθυμία να δημιουργηθεί μουσείο με δικά τους προσωπικά αντικείμενα που θα δώριζε η ίδια. Το καλοκαίρι του 2006, σε συνεργασία με την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Αττικής, εγκαινιάστηκε το μουσείο που φιλοξενεί έπιπλα, φωτογραφίες, επιστολές και άλλα αντικείμενα από τη ζωή του ζευγαριού. Σε κοντινή απόσταση από την οικία βρίσκεται η προτομή του ποιητή.

13
Τύμβος Σαλαμινομάχων

Το ακρωτήριο Κυνόσουρα, στην ανατολική πλευρά του νησιού, αποτελεί το ανατολικό, στενό στόμιο του πορθμού, σε κοντινή απόσταση από τη νησίδα Ψυττάλεια.

Στο στενό αυτό σημείο στάθμευσε ο ελληνικός στόλος την παραμονή της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας (480 π.Χ.). Το ακρωτήριο πήρε το όνομά του, κατά μία εκδοχή, από το σκύλο του Θεμιστοκλή, που λέγεται ότι ετάφη εκεί. Μια άλλη εκδοχή αποδίδει το όνομα στο σχήμα του ακρωτηρίου, που θυμίζει ουρά σκύλου. Εκεί στήθηκε και το Τρόπαιον. Στο σημείο έχουν μεν εντοπιστεί αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του Τροπαίου πιθανότατα έχει καταρρεύσει και βυθιστεί στη θάλασσα.

Ο Τύμβος των Σαλαμινομάχων βρίσκεται στη θέση Μαγούλα. Σε αυτό το συμπέρασμα οδήγησαν οι ανασκαφικές έρευνες του 1976 και του 1980 (είχε προηγηθεί εκείνη του 1965), που διενήργησε η Β΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Η σωζόμενη τεχνητή επίχωση του Τύμβου είναι 0,90 μ. Συγχρόνως αποκαλύφθηκε τμήμα της κυκλικής λίθινης κατασκευής του με διάμετρο 20 μ., δομημένης από πώρινους λίθους μεσαίου και μικρού μεγέθους καθώς και από άφθονη λατύπη που, όπως διαπιστώθηκε, προερχόταν από γειτονικό, αρχαίο λατομείο.

Σε βάθος 1,10–1,20 μ. από το ψηλότερο σωζόμενο τμήμα του Τύμβου αρχίζει ο φυσικός βράχος πάνω στον οποίο είναι κατασκευασμένος. Η έρευνα στις πλαγιές του λόφου δεν έχει ολοκληρωθεί. Το μνημείο σήμερα κοσμείται από το χάλκινο άγαλμα των Σαλαμινομάχων που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Αχιλλέας Βασιλείου.

14
Η παλιά πόλη στα Αμπελάκια

Σε κοντινή απόσταση από τον Τύμβο των Σαλαμινομάχων, σχεδόν 2 χλμ. προς τα βορειοδυτικά, απλώνεται η πόλη των Αμπελακίων, πρωτεύουσα του νησιού κατά τους κλασικούς χρόνους, με μεγάλη οικονομική άνθηση, όπως αποδεικνύεται από τον πλούτο των ευρημάτων του νεκροταφείου της. Από τον μεγάλο αριθμό επιτύμβιων στηλών από πεντελικό μάρμαρο ξεχωρίζει μία στην οποία παριστάνεται νεαρός ηθοποιός κρατώντας θεατρική μάσκα. Πρόκειται για σπάνια απεικόνιση, που προδίδει φειδιακό εργαστήριο. Σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά. Η ανασκαφική έρευνα της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων εντόπισε τμήμα του τείχους της αρχαίας πόλης και κατάλοιπα αυτής, συμπεριλαμβανομένου και του αρχαίου λιμανιού, στον όρμο του οποίου εκτυλίχθηκε η Ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Η αρχαία με την παλιά και τη σύγχρονη πόλη συνυπάρχουν αρμονικά, εικονογραφώντας την ιστορική συνέχεια του τόπου.

Η περιήγηση στα στενά πλακόστρωτα της Παλαιάς Αγοράς της πόλης αποτελεί μοναδική εμπειρία. Ανάμεσα στα αρχοντικά των αρχών του περασμένου αιώνα ιδιαίτερη θέση κατέχει η οικία των Καλογιανναίων. Στο κατώφλι της εντοπίστηκε το 1898, και παραδόθηκε στον Στέφανο Δραγούμη από τους ιδιοκτήτες, μαρμάρινη πλάκα από τον τάφο των Κορινθίων Σαλαμινομάχων με ελεγειακό επίγραμμα του ποιητή Σιμωνίδη. Στην περιήγηση εντάσσονται χαρακτηριστικά δείγματα της νεότερης αρχιτεκτονικής του Αργοσαρωνικού, χαμηλές και δίπατες οικίες αθηναϊκού τύπου (μακρόστενες κατασκευές σε σχήμα γάμα με κοινό αύλειο χώρο) και χριστιανικοί ναοί με ενσωματωμένο αρχαίο οικοδομικό υλικό (Εισόδια της Θεοτόκου, Άγιος Πέτρος, Άγιος Ιωάννης).