Αρχαιολογικοί χώροι

Σπήλαιο Αλεπότρυπα Διρού

Πελοπόννησος

Δρ Αναστασία Παπαθανασίου (αρχαιολόγος)

1
Αίθουσα Α

Η Αίθουσα Α είναι το δυτικό ήμισυ ενός μεγαλύτερου διαμερίσματος, το ανατολικό μέρος του οποίου είναι η Αίθουσα Β. Είναι η πρώτη αίθουσα στην οποία ανοίγει η σημερινή είσοδος του σπηλαίου και ο χώρος από τον οποίο κατά τις εργασίες ανάδειξης της δεκαετίας του 1960 αφαιρέθηκε μεγάλος όγκος ανθρωπογενών αποθέσεων για τη διάνοιξη της εισόδου και τη διαμόρφωση του περιπάτου των επισκεπτών. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους ήταν από τις περιοχές που χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο στο σπήλαιο, συσσωρεύοντας αποθέσεις βάθους περίπου δύο μέτρων σε μια έκταση μεγαλύτερη από 50 τετραγωνικά μέτρα. Σχεδόν όλες οι αρχαιολογικές αποθέσεις της Αίθουσας Α αφαιρέθηκαν και καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών για το άνοιγμα της παρούσας εισόδου. Στα πλευρικά τοιχώματα της Αίθουσας Α διακρίνεται το επίπεδο του τελικού (ανθρωπογενούς) δαπέδου χρήσης της σπηλιάς, πριν από την εγκατάλειψή της στην Τελική Νεολιθική, σε ύψος περίπου δύο μέτρων από το επίπεδο του κατασκευασμένου διαδρόμου. Το κατώτερο τμήμα των επιχώσεων όμως, κάτω από τον τσιμεντένιο διάδρομο (το επίπεδο στο οποίο δηλαδή στέκεται σήμερα ο επισκέπτης), παρέμεινε ανέπαφο ως το αρχικό, φυσικό έδαφος, πάνω στο οποίο ξεκίνησε η ανθρώπινη νεολιθική δραστηριότητα, η οποία χρονολογήθηκε με ραδιενεργό άνθρακα στο 6000 π.Χ., στην Πρώιμη Νεολιθική περίοδο. Η γραμμή όπου σταμάτησε η αφαίρεση των αποθέσεων είναι επίσης ευδιάκριτη και ονομάζεται «Μέτωπο Πετροχείλου».

Στο βόρειο τμήμα της Αίθουσας Α αποκαλύφθηκε το Οστεοφυλάκιο Ι, που ανήκει στις πρώιμες φάσεις χρήσης του σπηλαίου στο τέλος της Πρώιμης Νεολιθικής. Το Οστεοφυλάκιο Ι χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για δευτερογενείς ανθρώπινες ταφές και χρονολογείται στο 6000 π.Χ. ή στην Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο. Αποτελεί έναν από τους πρωιμότερους χώρους δευτερογενούς ταφής στην Ελλάδα. Το Οστεοφυλάκιο Ι περιείχε διαδοχικά παιδικές ταφές, συμπεριλαμβανομένων πιθανά και διδύμων, και πάνω από αυτές τη δευτερογενή ταφή ενός σημαντικού αριθμού μη αρθρωμένων οστών ενηλίκων, που αντιπροσωπεύουν πολλούς ανθρώπους κατά τη διάρκεια του χρόνου, καθώς και κάποια κρανία σκύλων και χαρακτηριστικά θραύσματα κεραμικής.

2
Αίθουσα Β

Η Αίθουσα Β είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ανατολική συνέχεια της Αίθουσας Α (γεωμορφολογικά, τα Α και Β αποτελούν μία μόνο Αίθουσα). Το όριο μεταξύ τους σηματοδοτείται από τη γραμμή κοπής που άφησε η καταστροφή των αποθέσεων («Μέτωπο Πετροχείλου»). Έτσι, οι αποθέσεις της Αίθουσας Β αντιστοιχούν στο ανατολικό τμήμα του «λόφου» που έχει σχηματιστεί από στρωματογραφημένες επιχώσεις στις δύο Αίθουσες (Α και Β), το δυτικό τμήμα των οποίων αφαιρέθηκε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Ο λόφος στην Αίθουσα Β διατηρήθηκε εξαιρετικά σε μια έκταση 75 τ.μ. Αυτός ο λόφος επιλέχθηκε για την πρώτη ανασκαφή μέσα στο σπήλαιο το 1970, και ονομάστηκε Ανασκαφική Τομή Β1 με αρχικές διαστάσεις 2,75×1,80 μ. Εμφανίζει την πλήρη πολιτισμική ακολουθία του σπηλαίου από την Πρώιμη Νεολιθική έως την Τελική Νεολιθική. Περιείχε επάλληλα, εκτεταμένα δάπεδα από πηλό, πηλεπένδυτους λάκκους, εστίες, εργαλεία, κεραμική, οστά ζώων και ανθρώπινες ταφές. Συγκεκριμένα, μία πρωτογενή ταφή γυναίκας της Τελικής Νεολιθικής, μία πολλαπλή ταφή οκτώ ατόμων της Μέσης προς Ύστερη Νεολιθική και μία ακόμη πρωτογενή ταφή εφήβου στις πρώιμες φάσεις της, κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική.

Αναλυτικά, η Ανασκαφική Τομή Β1 αποκάλυψε μια ακολουθία σχεδόν πέντε μέτρων, που προσφέρει τη δυνατότητα κατανόησης των διαδικασιών σχηματισμού της θέσης μέσω της μικρομορφολογικής μελέτης και της σύνδεσής τους με μια σειρά ραδιοχρονολογήσεων. Η ανώτερη στρωματογραφική ενότητα (στρώμα L1) ανιχνεύεται σχεδόν σε όλες τις πρώτες αίθουσες της Αλεπότρυπας και αποτελείται από διαδοχικά λεπτά στρώματα κόκκινου πηλού με σημαντική έκταση και συνέχεια. Αυτά τα στρώματα αντιπροσωπεύουν κατασκευασμένες επιφάνειες (δάπεδα ή πλατφόρμες) από πηλό, ο οποίος προέρχεται από περιοχές που γειτνιάζουν με το σπήλαιο και είναι πλούσιες σε terra rossa (κοκκινόχωμα). Μεταξύ των επιφανειών από πηλό υπάρχουν συχνά εστίες ή διασκορπισμένα καμένα υπολείμματα. Αυτές οι κατασκευασμένες επιφάνειες εμφανίζουν προσεκτική συντήρηση και επισκευή. Στη συνέχεια, οι κατώτερες ενότητες (L2–L8) αποτελούνται από μια ακολουθία σκούρων και κόκκινων στρωμάτων, τα οποία υποδεικνύουν τη συνεχή καταστροφή των επιφανειών από τις καθημερινές δραστηριότητες, ενώ τα σκούρα στρώματα μπορούν να ερμηνευθούν ως εκτεταμένες ανακατασκευές του χώρου με την ομαλοποίηση των προηγούμενων αποθέσεων. Όλη η παραπάνω ακολουθία χρονολογείται από το 4800 έως το 3800 π.Χ.

Κάτω από αυτή την ακολουθία υπάρχουν σχετικά παχιά στρώματα γωνιωδών λίθων διαφόρων μεγεθών (στρώματα L9–10). Τα κενά μεταξύ των λίθων συμπληρώθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο με μικρόκοκκο υλικό. Το σημαντικό πάχος (περίπου 1,5 μ.) και η έκταση αυτών των στρωμάτων από λίθους μπορούν να αποδοθούν σε μια μεγάλη κατάρρευση της οροφής, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο μερικής ομαλοποίησης στη συνέχεια. Αυτό το καταρρεύσαν στρώμα καλύπτει μια προηγούμενη αρχαιολογική ακολουθία που μοιράζεται τα ίδια σχεδόν χαρακτηριστικά με τα ανώτερα στρώματα του σπηλαίου, δηλαδή διαδοχικές κατασκευασμένες επιφάνειες από πηλό, με ενδιάμεσα καμένα στρώματα. Αυτή η φάση χρονολογήθηκε στο 5400 π.Χ. Το χρονικό χάσμα των σχεδόν έξι αιώνων είναι αναμενόμενο και μπορεί πιθανώς να αποδοθεί σε μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Τα κατώτατα στρώματα της Ανασκαφικής Τομής Β1 αντιστοιχούν στην πρώιμη φάση χρήσης του σπηλαίου καθώς χρονολογούνται ως το 6000 π.Χ. και χαρακτηρίζονται από δάπεδα από πηλό και πολλές ταφές, μοιάζοντας έτσι με τα ανώτερα στρώματα της Ανασκαφικής Τομής.

Το βόρειο τμήμα της Αίθουσας Β ονομάζεται Βόρειος Τομέας. Αντιστοιχεί στρωματογραφικά και χρονολογικά στα ανώτερα στρώματα της Ανασκαφικής Τομής Β1, αποτελώντας προέκτασή τους. Χρονολογείται στην Τελική Νεολιθική. Χαρακτηρίζεται από εστίες, δάπεδα από πηλό, πηλεπένδυτους λάκκους και πληθώρα κεραμικής, είτε ακόσμητης είτε με πλαστικό διάκοσμο, στην οποία περιλαμβάνονται αρκετοί πίθοι. Σχεδόν το 80% των πίθων που βρέθηκαν στο σπήλαιο προέρχεται από την Αίθουσα Β και ειδικά από τον Βόρειο Τομέα της. Οι πίθοι κυμαίνονται ως προς τις διαστάσεις τους από 55 έως 80 εκ. και παρουσιάζουν λεπτομερή, εξατομικευμένη, πλαστική διακόσμηση. Στον Βόρειο Τομέα βρίσκεται επίσης μια σειρά μικρότερων αγγείων με συμπληρωματική λειτουργία πιθανά κατανάλωσης τροφής και πόσης.

3
Αίθουσα Γ

Η Αίθουσα Γ αποτελεί μέρος του ανώτερου ορόφου του σπηλαίου και την επέκταση της Αίθουσας Β προς τα νότια. Δεν έχει διεξαχθεί αρχαιολογική έρευνα σε αυτή την περιοχή, παρά μόνο περισυλλογή επιφανειακών ευρημάτων.

4
Αίθουσα Δ

Η Αίθουσα Δ βρίσκεται ανατολικά της Αίθουσας Β, σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο, και σήμερα συνδέεται με τη δεύτερη μέσω τσιμεντένιας κλίμακας. Το βορειοδυτικό τμήμα της ανασκάφηκε για πρώτη φορά το 1971. Πρόκειται για το Οστεοφυλάκιο II, το οποίο χρονολογείται στην Τελική Νεολιθική, τουλάχιστον ως προς το τμήμα που ανασκάφηκε. Περιείχε προσεκτικά τοποθετημένα ανθρώπινα κρανία και μακρά οστά μη αρθρωμένα, σε μια δευτερογενή απόθεση, υποστηριγμένα με πέτρες και ποσότητα κεραμικής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι υπάρχουσες ενδείξεις πως τα άτομα στο Οστεοφυλάκιο ΙΙ μπορεί να σχετίζονται γενετικά. Οι περιοχές και των δύο οστεοφυλακίων χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για δευτερογενείς ταφές σε όλη τη διάρκεια του χρόνου χρήσης τους. Σε μικρή απόσταση προς τα νοτιοδυτικά εντοπίστηκαν δύο ακόμα θέσεις (Δ/12 και 13), όπου αποκαλύφθηκαν μία χτιστή πήλινη λεκάνη και δύο πήλινες θερμικές κυκλικές κατασκευές που καλύπτονταν με καμένο υλικό.

Λίγο πιο δυτικά, στη θέση Δ/14 («κόγχη αμφορέα»), σε μια φυσική κόγχη, βρέθηκε ένα πλήρες αγγείο που έφερε ως πώμα ανεστραμμένο μικρότερο αγγείο. Τα κατώτερα στρώματα αυτής της κόγχης αποτελούνται από εναλλασσόμενα στρώματα αποθέσεων, ένα παλίμψηστο της ίδιας, επαναλαμβανόμενης, τελετουργικής χρήσης, η οποία συνίσταται στην επανάληψη τριών ειδών διαδοχικών στρωμάτων (καύση, δάπεδο πηλού, πυκνά τοποθετημένα όστρακα κεραμικής) πάνω από μια μερική ταφή στο κατώτερο επίπεδο. Συγκεκριμένα, πάντα χρησιμοποιούνταν ίδιο καύσιμο υλικό, συμπεριλαμβανομένων καμένων σπόρων και στάχτης, και δημιουργούνταν ισοπαχή δάπεδα από πηλό και στρώματα με προσεκτικά διατεταγμένα θραύσματα κεραμικής. Η συνολική δραστηριότητα χρονολογείται στην Τελική Νεολιθική.

5
Αίθουσα Ε

Η Αίθουσα Ε είναι η συνέχεια της Αίθουσας Δ στα ανατολικά και η αίθουσα που συνδέει το εξωτερικό με το εσωτερικό τμήμα του σπηλαίου μέσω ενός πολύ στενού περάσματος, το οποίο ήταν ακόμα στενότερο στην αρχαιότητα, πριν διανοιχθεί με χρήση εκρηκτικών και μηχανικών μέσων στο κατώτερο τμήμα του βράχου.

6
Αίθουσα Ζ

Η Αίθουσα Ζ ανήκει στα ενδότερα του σπηλαίου και αποτελείται από τις υπο-περιοχές Z/20 έως 24 που παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα από αυτή των πλησιέστερων στην είσοδο τμημάτων του σπηλαίου. Η ιλύς που συνιστά και καλύπτει όλες τις αποθέσεις της Αίθουσας Ζ είναι μαύρη και έχει αναγνωριστεί ως καμένη ζωική κοπριά. Όλη η Αίθουσα Z και οι πλευρικές της κόγχες έφεραν στο φως μαζική συσσώρευση διαδοχικών στρωμάτων σκοπίμως σπασμένων αγγείων, κυρίως κλειστών σχημάτων και με γραπτή διακόσμηση, αναμεμειγμένων με εξαιρετικής ποιότητας κοσμήματα από όστρεα και λίθινα εργαλεία, καθώς και μικρές ποσότητες οστών ζώων και διάσπαρτων ανθρώπινων οστών. Ολόκληρη η περιοχή χρησιμοποιήθηκε με τον ίδιο τελετουργικό τρόπο, από το 6000 έως το 3880 π.Χ., σύμφωνα με τη ραδιοχρονολόγηση.

Αναλυτικά, στην Αίθουσα Ζ βρέθηκε τεράστια ποσότητα κεραμικής (γραπτή αμαυρόχρωμη – matt painted, πολύχρωμη, Urfirnis, μαύρη και γκρίζα στιλβωτή, γκρίζα μονόχρωμη καθώς και ακόσμητη) σκοπίμως θραυσμένη, διασκορπισμένη σε όλη την επιφάνεια και συσσωρευμένη σε διαδοχικά επάλληλα επεισόδια. Τα αγγεία αυτού του συνόλου είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα κλειστά (σε ποσοστό 400 κλειστά προς 4 ανοιχτά), είναι εξαιρετικά εξατομικευμένα στη διακόσμηση, διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση και εμφανίζουν και τις αρχικές επιφάνειες, επικαλύψεις και χρώματα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα περισσότερα από τα αγγεία έχουν αναταχθεί από πολλά κομμάτια που είχαν διασκορπιστεί σε έναν ευρύτατο χώρο και επομένως υποδηλώνουν υψηλό βαθμό θρυμματισμού και διασκορπισμού, αλλά και υψηλό βαθμό πληρότητας, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του σχεδόν ακέραιου αγγείου που έχει αποκατασταθεί από πάρα πολλά, μικρά τμήματα, τα οποία εντοπίστηκαν διασκορπισμένα σε μια περιοχή περίπου 5×7 μ. Η κεραμική της Αίθουσας Ζ τυπολογικά κυμαίνεται από την ΑΝ/ΜΝ (π.χ. Urfirnis) έως την ΤΝ (π.χ. γραπτή αμαυρόχρωμη–matt painted). Χρονολογικά και τυπολογικά, η Ζ αποτελεί μια σύντομη περίληψη της Ανασκαφικής Τομής B1, που φθάνει περίπου ως το 3900 π.Χ. Το σύνολο της Ζ περιλαμβάνει την ίδια τυπολογική ακολουθία με την Ανασκαφική Τομή B1, αλλά συμπυκνωμένη, λόγω του τρόπου απόθεσής της στη Ζ, ενώ και η κατάσταση διατήρησης των αγγείων από την αίθουσα Ζ είναι εξαιρετικά καλή σε αντίθεση με το υλικό της Ανασκαφικής Τομής Β1. Επίσης, ελάχιστα ίχνη χρήσης φέρουν και τα λίθινα εργαλεία. Όλοι οι ερευνητές παρατήρησαν διακριτές διαφορές στο πολιτισμικό υλικό που προέρχεται από τη Ζ σε σύγκριση με άλλες περιοχές του σπηλαίου.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στην Αίθουσα Ζ επικρατεί μαύρη επίχωση που αρχικά είχε θεωρηθεί ως αποτέλεσμα καύσης αλλά η ανάλυση φυτολίθων την ταυτοποίησε ως καμένη κοπριά. Η καύση της κοπριάς σε χαμηλή θερμοκρασία και ο καπνός που παράγεται υποδεικνύουν μία ακόμη διάσταση στην τελετουργική πρακτική της σκόπιμης θραύσης, μια συμβολική επεξεργασία της ύλης, που συσσωρεύεται περιοδικά κατά τη διάρκεια μεγάλου χρονικού διαστήματος, φορτίζεται με ειδική σημασία και αποτελεί έναν σύνθετο τύπο αποθετικής πρακτικής. Η αναδυόμενη εικόνα υποδηλώνει ένα μοτίβο σκόπιμης θραύσης και απόθεσης που σχετίζεται με ταφικές πρακτικές και συγκεντρώσεις ανθρώπων. Η διαχείριση μέσω πρακτικών απόσπασης και απόθεσης «μερών και ολοτήτων» του ανθρώπινου σώματος ή/και της κεραμικής στην Αλεπότρυπα μπορεί να παραλληλιστεί με παρόμοιες περιπτώσεις από άλλα σπήλαια ή ανοικτές θέσεις όπως η Κέρος, ενισχύοντας περαιτέρω την υπόθεση μιας ευρέως διαδεδομένης μορφής οργανωμένης, σκόπιμης θραύσης και συσσώρευσης, που τονίζει τη συλλογική συνάφεια και αλληλεγγύη.

7
Αίθουσα των Λιμνών

Στο ανατολικό άκρο και στα αριστερά της Αίθουσας Ζ, στην είσοδο της επόμενης αίθουσας, της Αίθουσας των Λιμνών, ερευνήθηκε η Κόγχη 31. Χρονολογείται στην Τελική Νεολιθική και αποκαλύπτει την ίδια τελετουργία που περιλαμβάνει τη σκόπιμη θραύση της κεραμικής, σε αυτή την περίπτωση σε συνδυασμό με τη δευτερογενή απόθεση των σκελετικών καταλοίπων δύο παιδιών, τα οποία φέρουν επίσης διακοσμητικές ψήφους από όστρεα. Πάνω στα σκελετικά κατάλοιπα ξανά, συσσωρεύτηκε μια μεγάλη ποσότητα κατακερματισμένων αμαυρόχρωμων, πολύχρωμων και γκρίζων μονόχρωμων αγγείων καθώς και ενός ολόκληρου αγγείου Urfirnis. Η Αίθουσα των Λιμνών, που εκτείνεται εμπρός από την Αίθουσα Ζ, προκαλεί δέος με τις πολύ μεγάλες διαστάσεις της και τα 15 μέτρα ύψος καθώς και τη λίμνη στο τελείωμά της. Λόγω των εκτεταμένων οικοδομικών επεμβάσεων/καταστροφών σε αυτή την αίθουσα μόνο επιφανειακά ευρήματα έχουν συλλεγεί από το εσωτερικό της.