Κατά τη Νεολιθική περίοδο, τα σπήλαια στην Ελλάδα, όπως και σε άλλα μέρη του κόσμου, συνήθως σχετίζονται με την εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, την κτηνοτροφία και την αποθήκευση αγαθών. Γενικά, το πολιτισμικό υλικό από το εσωτερικό των σπηλαίων, όπως η κεραμική, τα εργαλεία και τα οστά ζώων, ερμηνεύεται ως οικιακά κατάλοιπα, καθώς συχνά αποτελείται από αντικείμενα οικιακής χρήσης. Ακόμα και σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένων τελετουργικών ή ταφικών δραστηριοτήτων, αυτές και πάλι εκλαμβάνονται ως πρακτικές παράλληλες ή ταυτόχρονες με την καθημερινή χρήση του χώρου. Ο ρόλος των σπηλαίων ως χώρων κοινωνικής συνάθροισης και τελετουργικών πράξεων κυρίως έχει τονιστεί από την Karen Vitelli και, πιο πρόσφατα, τον Peter Tomkins. Σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εντάσσεται το σπήλαιο Αλεπότρυπα και το τεράστιο σε αριθμό και ποικιλία ευρημάτων πολιτισμικό του σύνολο.
Το Σπήλαιο Αλεπότρυπα βρίσκεται στη Μάνη, στον κόλπο του Διρού, στη δυτική ακτή της χερσονήσου του Ταινάρου (36° 38′ 18″ βόρεια, 22° 22′ 57″ ανατολικά), στη Λακωνία. Πρόκειται για φυσική κοιλότητα σε άνυδρο και βραχώδες ασβεστολιθικό περιβάλλον, περίπου 20 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ η είσοδός του απέχει περίπου 50 μέτρα από τη σημερινή ακτογραμμή της Μεσογείου. Ο καρστικός αυτός σχηματισμός έχει περίπου 300 μέτρα μήκος και 50 μέτρα μέγιστο πλάτος, εκτείνεται κατά μήκος ενός άξονα ανατολής–δύσης και αναπτύσσεται με πολλούς διαδρόμους και μεγάλες αίθουσες, με την τελευταία και μεγαλύτερη να καταλήγει σε μια βαθιά λίμνη με ελαφρά υφάλμυρο αλλά πόσιμο νερό.
Η είσοδος του σπηλαίου κατέρρευσε πιθανότατα λόγω φυσικών αιτίων κατά την τελευταία φάση της χρήσης του, περίπου στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου, και ορισμένα άτομα φαίνεται ότι παγιδεύτηκαν στο εσωτερικό του καθώς βρέθηκαν αδιατάρακτα άταφα στο δάπεδο του σπηλαίου. Ο σταλαγμιτικός επίπαγος που δημιουργήθηκε πάνω από το τελευταίο στρώμα στο δάπεδο του σπηλαίου κάλυψε όλο το πολιτισμικό υλικό που βρισκόταν εκεί, συμπεριλαμβανομένων κεραμικών αγγείων, οστών ζώων και οστών ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν. Στη συνέχεια, η περιοχή ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε και το σπήλαιο παρέμεινε σφραγισμένο και ανέγγιχτο μέχρι το 1958, διατηρώντας ένα εξαιρετικά σπάνιο «στιγμιότυπο» του παρελθόντος, των τελευταίων ανθρώπινων δραστηριοτήτων κατά την Τελική Νεολιθική, καθώς και όλων όσα είχαν συσσωρευτεί εκεί έως τότε. Αυτή η ανέπαφη κατάσταση δυστυχώς χάθηκε, ακούσια, για ένα μεγάλο τμήμα του σπηλαίου.
Το Σπήλαιο Αλεπότρυπα ήταν γνωστό στη σύγχρονη κοινότητα που ζούσε στην περιοχή του Διρού ως ένα μικρό άνοιγμα, μία οπή, στην πλαγιά του βράχου, στην οποία έμπαιναν μικρά ζώα, όπως αλεπούδες ή κυνηγετικά σκυλιά, και ξαναεμφανίζονταν σε άλλη χρονική στιγμή. Εξ ου και το όνομά του: «Αλεπότρυπα». Εντοπίστηκε και καταγράφηκε επίσημα το 1958 από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία και το ζεύγος Πετροχείλου. Λόγω της έλλειψης εποπτείας από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενσωματώθηκε σε ένα πλάνο εκτεταμένης τουριστικής εκμετάλλευσης, σε συνδυασμό με το κοντινό σπήλαιο της Βλυχάδας ή Γλυφάδας, που είχε ήδη αναπτυχθεί ως ένα κερδοφόρο τουριστικό αξιοθέατο από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ).
Κατά τη δεκαετία του ’60, ο ΕΟΤ, προκειμένου να καταστήσει την Αλεπότρυπα προσβάσιμη και επισκέψιμη, πραγματοποίησε μια σειρά κατασκευαστικών έργων που προκάλεσαν σοβαρή καταστροφή στις αρχαιολογικές αποθέσεις μέσα στο σπήλαιο. Για παράδειγμα, στην πρώτη αίθουσα του σπηλαίου, οι επιχώσεις από μια περιοχή μήκους δέκα μέτρων και πλάτους οκτώ μέτρων περίπου, και σε βάθος έως δύο μέτρα, αφαιρέθηκαν και απορρίφθηκαν. Οι σημαντικότερες από αυτές τις εκτενείς παρεμβάσεις ήταν: α) η διεύρυνση της υπάρχουσας εισόδου με εκρηκτικά για να επιτραπεί η πρόσβαση με τα πόδια, β) η αφαίρεση όλων σχεδόν των επιχώσεων της πρώτης αίθουσας προς δημιουργία εύκολης πρόσβασης, γ) η διεύρυνση ορισμένων χαμηλών ή στενών σημείων με χρήση ελεγχόμενων εκρηκτικών, δ) η κατασκευή διαδρόμων και κλιμάκων από σκυρόδεμα για τη δημιουργία διαδρομής επισκεπτών, και ε) η ηλεκτροδότηση και ο φωτισμός κάθε γωνιάς του σπηλαίου.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών διαμόρφωσης οι υπεύθυνοι έβρισκαν πλήθος αρχαιολογικών καταλοίπων, όπως σχεδόν ολόκληρα αγγεία, οστά ανθρώπων και ζώων, σύνολα κεραμικής, χτιστούς λάκκους και κατασκευές in situ. Καθώς πιθανότατα αντιλήφθηκαν την ιδιαίτερη σημασία αυτού του υλικού, συνέλεξαν τα πιο εντυπωσιακά από αυτά σε μεγάλα καλάθια, τα οποία στη συνέχεια απέστειλαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης. Περιέφραξαν επίσης ορισμένες από τις αρχαίες κατασκευές και άλλα σημεία μέσα στο σπήλαιο, τα οποία μπορούσαν να αναγνωρίσουν ως σημαντικά, ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να τα ερμηνεύσουν, προκειμένου να βελτιωθεί η τουριστική διαδρομή και εμπειρία. Παρ’ όλα αυτά μεγάλο μέρος του υλικού απορρίφθηκε ως «μπάζα». Για να αποτραπεί περαιτέρω καταστροφή, το Υπουργείο Πολιτισμού ανέλαβε το 1970 τη διαχείριση του μνημείου, υπό τη διεύθυνση του Εφόρου Αρχαιοτήτων Σπάρτης, δρος Γεώργιου Παπαθανασόπουλου. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ο Γ. Παπαθανασόπουλος διέκοψε τις κατασκευαστικές εργασίες, αναστέλλοντας την τουριστική πρόσβαση και κάθε άλλη δυνητικά καταστροφική δραστηριότητα. Η συστηματική έρευνα και ανασκαφή ξεκίνησε στις 16 Ιουλίου 1970. Το 1999, στην ευρύτερη περιοχή του σπηλαίου θεσμοθετήθηκε αρχαιολογική Ζώνη Α, αδόμητη, πλήρους προστασίας.
Από το 2010 και μετά, μέσω της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας, υλοποιήθηκε ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα από διεπιστημονική ομάδα 30 ειδικών με χρηματοδότηση από το Ίδρυμα Levy–White, το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας, το Ίδρυμα Wenner–Grenn, το Εργαστήριο Wiener της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα και το National Geographic, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν εκτενείς αναλύσεις ραδιοχρονολόγησης, χημικές, μικροσκοπικές και μετρικές αναλύσεις οι οποίες επέτρεψαν να ερμηνευθεί και να δημοσιευθεί όλο το υλικό από τα 40 χρόνια ανασκαφών εντός του πλαισίου των δεδομένων της νέας έρευνας.
Καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες για τον εντοπισμό και την ανάκτηση του πολιτισμικού υλικού και των πληροφοριών που είχαν συγκεντρωθεί από το 1970 ώστε να ερμηνευθούν σε σχέση με τα πιο πρόσφατα περιβαλλοντικά δεδομένα και τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων. Το σύνολο των μελετών παρουσιάστηκε σε έναν τόμο προς τιμήν του Γ. Παπαθανασόπουλου. Τα έργα ανάδειξης του Σπηλαίου Αλεπότρυπα ολοκληρώθηκαν το 2016 από το Υπουργείο Πολιτισμού με χρηματοδότηση ΕΣΠΑ. Παρ’ όλα αυτά το σπήλαιο, κατά την παρούσα χρονική περίοδο, παραμένει μη προσβάσιμο στο κοινό καθώς αναμένεται η ανέγερση ενός νέου μουσείου στην είσοδό του, ώστε να λειτουργούν συμπληρωματικά ως μία ενότητα.
Η Αλεπότρυπα χρησιμοποιήθηκε από την Αρχαιότερη Νεολιθική μέχρι την Ύστερη και Τελική Νεολιθική (6000–3200 π.Χ.). Μέχρι στιγμής, η πιο πρώιμη χρονολόγηση από το σπήλαιο τοποθετείται στο 6000 π.Χ. και βασίστηκε σε τρία διαφορετικά σημεία που καλύπτουν ολόκληρο το μήκος του. Χρησιμοποιήθηκε εντατικά κατά την περίοδο της Ύστερης και Τελικής Νεολιθικής, χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ των δύο φάσεων, ενώ οι δραστηριότητες της Πρώιμης ή της Μέσης Νεολιθικής, αν και λιγότερο εκτενείς, αντιπροσωπεύονται και αυτές επαρκώς. Το σπήλαιο χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη οριζόντια έκθεση του νεολιθικού πολιτισμού, μαζί με μια μακρά και αδιατάρακτη στρωματογραφία από το τέλος της Πρώιμης έως την Τελική Νεολιθική περίοδο, καθώς και από ένα πολιτισμικό σύνολο αποτελούμενο από 100.000 αντικείμενα και πλέον. Οι στρωματογραφημένες ανθρωπογενείς επιχώσεις, συγκεκριμένα, φτάνουν σχεδόν σε βάθος πέντε μέτρων και χρονολογούνται από το 6000 έως το 3200 π.Χ. περίπου, αντιστοιχώντας στο τέλος της Πρώιμης, στη Μέση, Ύστερη και Τελική Νεολιθική περίοδο. Η κεραμική είναι τυπική της Πρώιμης έως Τελικής Νεολιθικής στη νότια Ελλάδα, με εισηγμένα αγγεία από βορειότερα μέρη, όπως οι σημερινές βαλκανικές χώρες. Άλλα αντικείμενα περιλαμβάνουν εργαλεία από οψιδιανό και πυριτόλιθο, λίθινες αιχμές, λεπίδες και πελέκεις, χάλκινα εγχειρίδια, ακατέργαστο χαλκό, οστέινες βελόνες και οπείς, αντικείμενα για προσωπική διακόσμηση (ψήφους από όστρεα ή λίθους, βραχιόλια από το όστρεο Spondylus gaederopus), καθώς και μαρμάρινα και πήλινα ειδώλια. Στις χαρακτηριστικές κατασκευές ανήκουν δάπεδα από πηλό, πηλεπένδυτοι λάκκοι και εστίες. Τα κατάλοιπα των τροφών αποτελούνται από δημητριακά, όσπρια και καρπούς, έναν μεγάλο αριθμό οστών ζώων από εξημερωμένα είδη (πρόβατο, αίγα, βόδι και χοίρο), και σε μικρότερο βαθμό τα κατάλοιπα ζώων που προέρχονταν από κυνήγι ή ψάρεμα (ελάφια, μαλάκια και θαλασσινά ψάρια). Στο σπήλαιο έχει αποκαλυφθεί επίσης το μεγαλύτερο σύνολο ανθρώπινων οστών της Νεολιθικής περιόδου στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων καταλοίπων απλών και πολλαπλών ταφών, οστεοφυλακίων δευτερογενών ταφών και διασκορπισμένων οστών. Αυτά συνοδεύονται από στοιχεία πλούσιας τελετουργικής έκφρασης, όπως σύνολα σκόπιμα θραυσμένων αγγείων, πιθανώς σχετιζόμενων με νεκρικές τελετουργικές πρακτικές. Εκτός από ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας στο εσωτερικό του σπηλαίου, στοιχεία νεολιθικής κατοίκησης υπάρχουν και στη γύρω περιοχή.
Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της Αλεπότρυπας είναι η διαφοροποιημένη χρήση του χώρου του σπηλαίου, καθώς οι αίθουσες πιο κοντά στην είσοδο (αίθουσες Α, Β και Δ) αποκάλυψαν περισσότερες χτιστές κατασκευές, πρωτογενείς και δευτερογενείς ταφές, περισσότερα φθαρμένα από τη χρήση εργαλεία και κεραμική που είχε υποστεί μεγάλη χρήση, και διαφορετικά ποσοστά ανάμεσα σε άγρια και εξημερωμένα είδη, ενώ ο εσωτερικός χώρος (Αίθουσες Ζ και Λιμνών) χαρακτηρίζεται από πιο εντατική τελετουργική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της σκόπιμης θραύσης και απόθεσης αγγείων πολύ συγκεκριμένων τύπων με έντονη διακόσμηση και ελάχιστη χρήση, καθώς και λιγότερο χρησιμοποιημένων εργαλείων και κοσμημάτων.
Συμπεράσματα
Επομένως, παρατηρούνται δύο διαφορετικές λειτουργίες χώρου στην Αλεπότρυπα. Οι Αίθουσες Α και Β, οι πλησιέστερες στην είσοδο, χαρακτηρίζονται από χονδροειδή, ποικίλως διακοσμημένη και έντονα χρησιμοποιημένη χρηστική κεραμική κατανάλωσης τροφής και αποθήκευσης, δάπεδα από πηλό, λάκκους, εστίες, πρωτογενείς και δευτερογενείς ταφές, φθαρμένα μέχρις εξαντλήσεως από τη χρήση λίθινα εργαλεία καθώς και πυρές μικρής διάρκειας, όπου το καύσιμο είναι κλαδιά και χόρτα. Δεν διαφαίνονται εντατικές γεωργικές δραστηριότητες, ούτε ίχνη πιθανής αποθήκευσης σιτηρών, γεγονός που υποδηλώνει τη χρήση αυτής της περιοχής ως «πρόσκαιρου» χώρου διαβίωσης. Αντίθετα, η Αίθουσα Ζ, στο εσωτερικό του σπηλαίου, η οποία έχει θέα στη μεγάλη Αίθουσα των Λιμνών, αποτελεί μια λιγότερο προσβάσιμη περιοχή που χαρακτηρίζεται από μαζικές ποσότητες κατακερματισμένης, ελάχιστα χρησιμοποιημένης, κλειστών σχημάτων κεραμικής, διασκορπισμένα ανθρώπινα οστά, έναν σημαντικά μικρότερο αριθμό συχνά αχρησιμοποίητων εργαλείων, κοσμήματα και υπερβολικές ποσότητες σιγοκαμένης κοπριάς, υποδεικνύοντας μια πιο έντονη τελετουργική δραστηριότητα. Επιπλέον, η μελέτη των συσχετίσεων των υλικών από τις διάφορες περιοχές του σπηλαίου υποδεικνύει δύο πράγματα: 1) ότι οι κάτοικοι ασχολούνταν ταυτόχρονα με διαφορετικές δραστηριότητες αποκλειστικά σε διαφορετικά, διακριτά μέρη και 2) ότι εφήρμοζαν τις ίδιες πρακτικές στα ίδια μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια των χιλιετιών χρήσης του σπηλαίου, επιδεικνύοντας εντυπωσιακή επανάληψη, σταθερότητα και συνέχεια στις επιλογές, τα συστήματα και τις πολιτιστικές εκφράσεις τους.
Αναφερόμενοι τώρα στα ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα, η δημογραφική ανάλυση του Ελάχιστου Αριθμού Ατόμων (ΜΝΙ, Minimum Number of Individuals) για τα 161 άτομα από την Αλεπότρυπα υποδηλώνει περίπου ίσα ποσοστά ανδρών (17) και γυναικών (15), ενηλίκων (81) και ανηλίκων (80), αλλά απροσδόκητα λίγα βρέφη. Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα άτομα εκπροσωπούνται μόνο αποσπασματικά, συχνά από ένα μόνο σκελετικό στοιχείο. Η μέση ηλικία θανάτου για τους ενήλικες είναι 28,8 χρόνια, παρόμοια με άλλες προϊστορικές θέσεις. Έχουν βρεθεί σκελετοί ατόμων διαφόρων ηλικιών, από νεογνά έως 50 ετών. Το σύνολο χαρακτηρίζεται από υψηλό ποσοστό παιδικής θνησιμότητας και υψηλό ποσοστό γονιμότητας, που υποδηλώνει αυξανόμενο αριθμό νέων ατόμων και γρήγορη αύξηση του πληθυσμού. Οι πιο συχνά παρατηρούμενες παθολογικές αλλοιώσεις είναι αναιμικές αλλοιώσεις με ποσοστό εμφάνισης έως 60%, πιθανώς προκαλούμενες από διατροφική αναιμία, όπως ανεπάρκεια σε σίδηρο ή βιταμίνη Β12, εξαιτίας της περιορισμένης κατανάλωσης κρέατος. Επίσης συχνά εμφανίζονται κυκλικά, επουλωμένα κρανιακά τραύματα σε ποσοστό 13% ή 9 από 69 άτομα. Αυτά τα κρανιακά τραύματα σχετίζονται με συμπλοκή πρόσωπο με πρόσωπο με αμβλεία αντικείμενα που δεν προκαλούν τον θάνατο και υποδηλώνουν ότι οι διαπροσωπικές συμπλοκές δεν ήταν σπάνιες, κυρίως μεταξύ των ανδρών. Μπορεί να πρόκειται για επεισόδια σποραδικής βίας, είτε εντός της κοινότητας είτε μεταξύ ομάδων, αλλά όχι για ενδημικό πόλεμο.
Η παλαιοδιατροφική ανάλυση με ισότοπα άνθρακα και αζώτου δείχνει μια οικονομία και διατροφή που βασίζεται στην εντατική κατανάλωση δημητριακών, και σποραδικά ή περιοδικά στην κατανάλωση θαλάσσιας πρωτεΐνης. Όπως και σε άλλες προϊστορικές θέσεις, η διατροφή είναι στοχευμένη σε φυτά τύπου C3 (σιτάρι, κριθάρι, όσπρια) και εμπλουτισμένη με κρέας κυρίως από πρόβατα και αίγες και πιθανά γαλακτοκομικά προϊόντα. Με αυτόν τον τρόπο, η διατροφική ποικιλία είναι περιορισμένη και χαρακτηρίζεται από πλούσιες σε ενέργεια/υδατάνθρακες τροφές. Τα δημητριακά, τα σιτηρά και τα όσπρια παρέχουν υψηλή θερμιδική αξία, η παραγωγή τους μπορεί να ελεγχθεί ως έναν βαθμό και το πλεόνασμά τους μπορεί να αποθηκευτεί, υποστηρίζοντας περαιτέρω αύξηση του πληθυσμού, το μείζον ζήτημα των αγροτοκτηνοτροφικών κοινωνιών της Νεολιθικής εποχής. Οι αγροτοκτηνοτροφικές κοινότητες σε όλο τον κόσμο ακολουθούν παρόμοια στρατηγική. Επενδύουν σε εξημερωμένα είδη τα οποία καλλιεργούν ή εκτρέφουν κι επομένως εξασφαλίζουν μια προβλέψιμη παραγωγή, ενώ παράλληλα ελαχιστοποιούν το κυνήγι και την αλιεία των άγριων ειδών, που θεωρούνται απρόβλεπτα.
Οι πληροφορίες από την αρχαιοζωοολογική έρευνα δείχνουν επίσης ότι τα κτηνοτροφικά προϊόντα συμπληρώνουν τη γεωργική παραγωγή. Υπάρχει εντατικοποίηση και εξειδίκευση στην κτηνοτροφία προβάτων/αιγών, ιδίως όταν συνδυάζεται με εκμετάλλευση των δευτερογενών προϊόντων. Τα μη εξημερωμένα ζώα (ελάφι, αγριόχοιρος, λαγός, κουνάβι, γάτα, ασβός, γερανός) έπαιξαν πρόσθετους και κατά κύριο λόγο άγνωστους ρόλους στην κοινωνικο-πολιτισμική σφαίρα. Ο ετήσιος κύκλος των κτηνοτροφικών ασχολιών δηλώνει μια περίοδο έντονης δραστηριότητας, περίπου από το τέλος του χειμώνα ως το τέλος του καλοκαιριού, και αντίστοιχη εποχική συγκέντρωση περισσότερων ανθρώπων στην Αλεπότρυπα αυτό το διάστημα. Ολόκληρα ζώα καταναλώνονταν εντός του σπηλαίου κατά τη διάρκεια της χρήσης του. Το κρέας μαγειρευόταν κυρίως σε αγγεία, φούρνους ή λάκκους και λιγότερο σε ανοικτή φωτιά.
Συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν συστηματικά 3.004 όστρεα και πεταλίδες, τα οποία χρησίμευσαν είτε ως τροφή είτε για την κατασκευή κοσμημάτων. Και τα δύο είδη εμφανίζουν σημαντική μείωση στο μέγεθος κατά την Τελική Νεολιθική, που αποδίδεται στην υπεραλίευση. Τα οστά των ψαριών δείχνουν επίσης επεξεργασία ολόκληρων ψαριών μέσα στο σπήλαιο, ενώ αντικατοπτρίζουν την εκμετάλλευση ποικίλων θαλάσσιων περιβαλλόντων και οικοσυστημάτων. Το είδος Σκομπρίδες επικρατεί και φτάνει σε ποσοστό έως και 46%, συμπεριλαμβανομένων του τόνου και της σαρδέλας, τα οποία είναι μεταναστευτικά είδη από τον Μάρτιο ως τον Σεπτέμβριο και υποδηλώνουν εποχικότητα των δραστηριοτήτων. Άλλα είδη ψαριών στη διατροφή τους ήταν η σφυρίδα, το φαγκρί, το σκουμπρί, το μπαρμπούνι, τα καρχαριοειδή, το σελάχι, το χέλι.
Η αρχαιοβοτανική ανάλυση ταυτοποίησε σιτάρι, κριθάρι, σύκα, αμύγδαλα, λαθούρι, μπιζέλι και φακή. Όλοι οι σπόροι βρέθηκαν αποφλοιωμένοι, αντιπροσωπεύοντας το τελευταίο στάδιο της επεξεργασίας τους μέσα στο σπήλαιο, υποδηλώνοντας ότι οι γεωργικές εργασίες πραγματοποιούνταν εκτός σπηλαίου. Ένας αριθμός απανθρακωμένων σπόρων βρέθηκε στα περισσότερα τελετουργικά στρώματα. Η ανάλυση ξυλανθράκων έδειξε μεγάλη ποικιλία φυτών και δέντρων που χρησιμοποιήθηκαν ως καύσιμο υλικό στο σπήλαιο (θυμάρι, λαδανιά, φιλλύκι, ράμνος, αμυγδαλιά, πουρνάρι καθώς και δρυς, φράξος, σφενδάμι, γκορτσιά, άρκευθος, ελάτη). Τα δάση από δρυ και μικτά φυλλοβόλα και αειθαλή είδη έτυχαν εντατικής εκμετάλλευσης και, εξαιτίας της υπερβολικής λατόμευσης σταδιακά προς την Τελική Νεολιθική, υποχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από ανοικτή θαμνώδη βλάστηση. Επιπροσθέτως, συγκεκριμένα είδη καυσίμων και ξυλεία από μαύρη πεύκη μεταφέρθηκαν από μακρινές αποστάσεις όπως ο Ταΰγετος.
Στην πετρογραφική ανάλυση υποδηλώνονται τοπικές πηγές πηλού και μικρές ποσότητες εισαγωγών. Οι μέθοδοι κατασκευής και η σύσταση των πηλών φαίνεται να έχουν διάρκεια και να σχετίζονται με συγκεκριμένες πολιτισμικές περιόδους ή σχήματα αγγείων. Όσον αφορά τα εργαλεία, και αντίθετα με τα κοσμήματα από όστρεα, ούτε τα λίθινα ούτε τα οστέινα εργαλεία κατασκευάζονταν μέσα στο σπήλαιο, καθώς δεν υπάρχει καμία ένδειξη από υποπροϊόντα της διαδικασίας επεξεργασίας. Φέρονταν ως έτοιμα εργαλεία και αποθηκεύονταν στο σπήλαιο ως αχρηστευμένα από τη φθορά ή ανεκμετάλλευτα είδη. Ορισμένες πρώτες ύλες, οψιανός και πυριτόλιθος εισάγονταν στην Αλεπότρυπα από λατομεία της Μήλου και άλλες περιοχές. Ολόκληρο το σύνολο των εργαλείων και της κεραμικής χαρακτηρίζεται από συντηρητικές, σταθερές και τυποποιημένες κατασκευαστικές παραδόσεις με μεγάλη ομοιογένεια και αντοχή στο χρόνο.
Τέλος, οι ταφικές πρακτικές στην Αλεπότρυπα φαίνεται ότι είναι κομβικής σημασίας για τη χρήση της. Παρατηρούνται οι ακόλουθοι τύποι απόθεσης: απλή πρωτογενής ταφή στο πρώτο τμήμα του σπηλαίου, πολλαπλές πρωτογενείς ταφές επίσης στα εγγύτερα προς την είσοδο τμήματα του σπηλαίου, που χαρακτηρίζονται από αναμεμειγμένη και μη φροντισμένη απόθεση, αλλά χωρίς άλλη μεταθανάτια επεξεργασία, δευτερογενείς ταφές σε οστεοφυλάκια σε δύο μέρη του σπηλαίου, τα οποία χαρακτηρίζονται από προσεκτική προετοιμασία και αποκλειστική χρήση των αφιερωμένων περιοχών για δευτερογενείς αποθέσεις σε μεγάλη χρονική διάρκεια, και διάσπαρτο οστεολογικό υλικό, το οποίο αποτελεί περίπου το μισό των ανθρώπινων καταλοίπων. Όσον αφορά στην ατομικότητα, ακόμη και στο πλαίσιο των πρωτογενών ταφών υπάρχουν είτε περισσότερα οστά είτε οστά που λείπουν σε κάθε ταφή. Γενικά το ταφικό σύνολο της Αλεπότρυπας χαρακτηρίζεται έντονα από διασπορά, ανάμειξη και μετακίνηση των σκελετικών στοιχείων. To σύνολο του ανθρώπινου σκελετικού υλικού του σπηλαίου δίνει την εικόνα δευτερογενούς απόθεσης, καθώς χαρακτηρίζεται από υψηλότερες συχνότητες κρανιακών και μακρών οστών και πολύ χαμηλότερες συχνότητες των μικρών οστών των χεριών και ποδιών καθώς και των πλευρών και των σπονδύλων, πιθανόν υποδεικνύοντας επιλεκτική μεταχείριση ορισμένων οστών και ταφή τους σε συγκεκριμένες περιοχές. Στο Οστεοφυλάκιο II, η υψηλή συχνότητα κρανιακών οστών (41%) υποδεικνύει επιλεκτική ταφή, αλλά και τελετουργική επεξεργασία των κρανίων, τα οποία, συνήθως χωρίς τις κάτω γνάθους, στηρίζονται στις βάσεις τους περιτριγυρισμένα από πέτρες.
Το ταφικό υλικό από την Αλεπότρυπα προσφέρει μια εικόνα του συμβολικού και κοινωνικού κόσμου των ανθρώπων που τη χρησιμοποίησαν, ίσως και των τρόπων με τους οποίους τιμούσαν τη μνήμη των νεκρών τους. Διαφαίνεται επίσης το πώς οι νεκρικές τελετές μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τη σήμανση της σπουδαιότητας της μνήμης των προγόνων και την ενίσχυση ενός συλλογικού ήθους μιας ευρύτερης περιοχής. Όπως και αλλού στην Ελλάδα την εποχή αυτή, οι ταφές χαρακτηρίζονται όχι από μνημειακό χαρακτήρα, αλλά από ποικιλομορφία. Είναι απλές αλλά συμπεριληπτικές: αντιπροσωπεύονται όλα τα φύλα και όλες οι ηλικίες. Η μεταχείριση των νεκρών δεν είναι μνημειακή. Δεν έχει εντοπιστεί καμία σήμανση χώρου ταφής με κάποιο μνημειακό τρόπο και τα κτερίσματα είναι σπάνια. Ωστόσο, παρόλο που η μεταχείριση των ανθρώπινων οστών δεν έχει καμία μνημειακότητα, οι εξαιρετικές τελετουργικές διαδικασίες και η επανάληψη συγκεκριμένων τελετουργικών δραστηριοτήτων μέσω των αιώνων υποδεικνύουν τη διάχυτη μνήμη του μέρους ως σημαντικού, στενά συσχετισμένου με τυποποιημένες ταφικές δραστηριότητες. Ίσως ολόκληρο το σπήλαιο λειτουργούσε ως σημαντικό σημείο, ως ταφικό μνημείο έντονα συσχετισμένο με το επίσημο καθήκον των ζώντων για τη μνημόνευση των προγόνων. Ίσως ο χώρος αυτός να λειτουργούσε, με ποικίλους και περίπλοκους τρόπους, ως σημαντικό σημείο συνάντησης για διάφορες κοινωνικές ομάδες, τον υλικό πολιτισμό τους, τις ιδέες και τα πιστεύω τους.
Σύμφωνα με τη θεωρία, ο ανταγωνισμός για ζωτικούς πόρους (καλλιεργήσιμη γη, νερό, βοσκοτόπους) εντός των μόνιμα εγκατεστημένων αγροτικών κοινωνιών γινόταν όλο και πιο εντατικός καθώς αυξανόταν ο πληθυσμός ή οι κλιματικές συνθήκες δεν ήταν τόσο ευνοϊκές. Ένα μέτρο για τη μείωση των εντάσεων που ενδεχομένως θα οδηγούσαν σε συγκρούσεις για τέτοιους ζωτικούς πόρους ήταν η ανάπτυξη δεσμών εντός των οικογενειακών ομάδων που εξασφάλιζαν αποκλειστική πρόσβαση στα μέλη τους. Η συμμετοχή στην ομάδα ρυθμιζόταν από αυστηρούς κανόνες και καθοριζόταν από την καταγωγή. Τα ονόματα, τα σύμβολα και οι μύθοι οικειοποιούνταν από την ομάδα και η χρήση τους αξιωνόταν αποκλειστικά από αυτή. Η κοινωνική ταυτότητα σημαινόταν ώστε μια ομάδα να είναι διακριτή από όλες τις άλλες και εν συνεχεία εδραιωνόταν μέσω τελετουργιών, θρησκείας και ιδεολογιών με ρίζες σε κοσμολογίες και προγόνους. Στην Αλεπότρυπα, η διαρκής και επαναλαμβανόμενη φύση των τελετουργιών που λαμβάνουν χώρα και το κοινωνικό σύστημα που τις υποστηρίζει πιθανό στόχο έχουν τη δημιουργία μιας προκαθορισμένης έννοιας της καταγωγής μέσω αποκλειστικών δευτερογενών ταφών συγγενικών ατόμων, που επαναλαμβάνονται σταθερά σε όλη τη διάρκεια της Νεολιθικής. Κάτι τέτοιο, και με δεδομένες τις ενδείξεις των διαπροσωπικών συγκρούσεων, πιθανόν αντικατοπτρίζει την ανάγκη για δημιουργία κοινωνικών ομάδων σύμφωνα με αυστηρούς κανόνες, που πιθανόν να καθορίζονται από την καταγωγή, καθώς και την ανάγκη για κληρονομούμενους φυσικούς, υλικούς ή άυλους πόρους και προνόμια αλλά ταυτόχρονα και από το αίσθημα του «ανήκειν» σε μία ομάδα. Επομένως, μπορούμε να θεωρήσουμε το σπήλαιο Αλεπότρυπα και τη γύρω περιοχή ως ένα ταφικό τοπίο το οποίο άνθρωποι ή κοινωνικές ομάδες χρησιμοποίησαν στη διάρκεια των αιώνων. Συγκρίσιμα νεολιθικά τοπία, τόποι συνάθροισης με παρόμοια λειτουργία εντοπίζονται και αλλού, στην Ανατολία, την Ελλάδα, τη Μάλτα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Η συνέχιση της έρευνας θα συμβάλει στην αποσαφήνιση των παραπάνω ζητημάτων. Προς το παρόν μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι το σπήλαιο Αλεπότρυπα και η γύρω περιοχή λειτούργησαν επί χιλιετίες στη συλλογική μνήμη των ομάδων ως χώρος απόθεσης των νεκρών τους.
* Το πλήρες κείμενο με τις βιβλιογραφικές παραπομπές μπορείτε να το διαβάσετε στο σχετικό PDF.