Ακόμη και τα θηλυκά ζώα λέγεται πως απαγορεύονται στον Άγιον Όρος. Στους δώδεκα αιώνες της ιστορίας του, τρεις είναι οι περιπτώσεις —καταγεγραμμένες επισήμως— όπου το άβατον έχει καταλυθεί και οι γυναίκες έχουν πατήσει σε κάποιες από τις 20 μονές που βρίσκονται στο Περιβόλι της Παναγιάς, ενώ κάποιες άλλες παραβάσεις φημολογούνται πως έγιναν στις αρχές του 20ού αιώνα.

Άφαντες από την επίσημη Ιστορία του Βυζαντίου και τις πηγές —με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η Άννα Κομνηνή, κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού και συγγραφέας του ιστορικού έργου «Αλεξιάς»—, οι γυναίκες έμεναν περιορισμένες στο σπίτι ή δούλευαν στα χωράφια. Χώρος γι’ αυτές υπήρχε μόνο στους βίους αγίων —γραμμένους από άνδρες— σε κάποιες επιστολές, σε μερικούς ύμνους, που είχαν οι ίδιες υπογράψει. Κι όμως οι παραγκωνισμένες γυναίκες της βυζαντινής εποχής έχουν δυναμική παρουσία στα αρχεία της Αθωνικής Πολιτείας, στην οποία δεν μπορούσαν να πατήσουν, καθώς ο θρύλος θέλει τον Ιησού να δωρίζει τη χερσόνησο του Άθω στη μητέρα του και κατά συνέπεια η περιοχή θεωρείται απαγορευμένη ζώνη για άλλες γυναίκες. Πώς εξηγείται;

«Μοιάζει ειρωνικό το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να αντλήσει τόσο πολλές πληροφορίες για τη ζωή της γυναίκας στο Βυζάντιο από τα αρχεία του Αγίου Όρους, δεδομένου ότι η πρόσβαση σε αυτό ήταν πάντοτε απαγορευμένη για τις εκπροσώπους του γυναικείου φύλου. Τα αρχεία αποκαλύπτουν ότι γυναίκες είχαν επαφή με τα μοναστήρια της Αθωνικής Πολιτείας κυρίως επειδή πούλησαν ή δώρισαν τις περιουσίες τους σε αυτά», εξηγεί η πρόεδρος της Μεσαιωνικής Ακαδημίας των Ηνωμένων Πολιτειών, Άλις Μαίρη Τάλμποτ, που έδωσε διάλεξη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη με θέμα «Αναζητώντας γυναίκες στον Άθω».

Ιδιοκτήτριες αγροτικών εκτάσεων και αμπελιών, μύλων και εργαστηρίων, σπιτιών, ακόμη και μεταλλείων, οι γυναίκες αλλάζουν προφίλ μέσα από τα συμβόλαια που κάνουν με την Αθωνική Πολιτεία. Διαχειρίζονται την προίκα τους ή εκτελούν τη διαθήκη του νεκρού συζύγου τους. Πωλούν τα χωράφια τους για να εξασφαλίσουν τα λύτρα απελευθέρωσης των παιδιών τους που είχαν πιάσει αιχμάλωτα οι Άραβες. Δωρίζουν την περιουσία τους για να εξασφαλίσουν μνημόσυνα μετά τον θάνατό τους και πιθανόν μια θέση στον Παράδεισο. Διαπραγματεύονται και υπογράφουν — αν και αρκετές είναι αναλφάβητες. Και παίρνουν τα χρήματα στο χέρι, χωρίς μεσολαβητές.

«Επτάμισι μέτρα πάπυρο χρειάστηκαν για να καταγραφούν οι 110 αγορές που έκανε μέσα σε πέντε μήνες στην περιοχή των Σερρών η Θεοδώρα Αγγελίνα Καντακουζηνού —μητέρα του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ′ Καντακουζηνού— το 1337-38. Στη λίστα των πωλητών της συγκαταλέγονται καλόγριες και γυναίκες που διαχειρίζονται μόνες τους την περιουσία τους. Οι τεράστιες εκτάσεις που απέκτησε όμως η Θεοδώρα και τις οποίες δώρισε στη Μονή Βατοπεδίου δεν ήταν αρκετές για να της εξασφαλίσουν έναν ήρεμο βίο. Τρία χρόνια μετά τις μαζικές αγορές της, βρέθηκε στη φυλακή από έναν αντίζηλο του γιου της και πέθανε έναν χρόνο αργότερα εκεί», είναι ένα από τα παραδείγματα που δίνει η επίτιμη διευθύντρια του ερευνητικού κέντρου βυζαντινών σπουδών Dumbarton Oaks στην Ουάσιγκτον.

Η Ιερακίνα δίνει στη Μονή Ξενοφώντος τον αμπελώνα της, το 1348, και διαπραγματεύεται απευθείας με τον ηγούμενο. Η Ευδοκία το 1112 περνά πολύ δύσκολες μέρες με την οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη. Και παρά το γεγονός ότι ο άνδρας της ζει, εκείνη δίνει τη συγκατάθεσή της να πωληθεί στη Μονή Δοχειαρίου ένα αγροτεμάχιο που αποτελούσε τμήμα της προίκας της, ώστε να μη ζητιανεύουν τα παιδιά της. Δεν αφήνει μάλιστα τον σύζυγό της να διαπραγματευθεί, αλλά παίρνει την αποζημίωση απευθείας από τον ηγούμενο Νεόφυτο.

Η δε Άννα Καντακουζηνή Παλαιολογίνα είχε μια έκταση στην Όλυνθο, που καταλήφθηκε από τους Σέρβους. Το χωράφι εγκαταλείφθηκε και όταν το πήρε πίσω δεν μπορούσε να το καλλιεργήσει, οπότε το πούλησε στη Μονή Δοχειαρίου 600 υπέρπυρα, αντί της πραγματικής του τιμής, ήτοι 2.000 υπέρπυρα. Η Μονή έχτισε στο κτήμα ένα παρατηρητήριο για την ασφάλειά της και για να παρηγορήσουν την Αννα που έδωσε το χωράφι σε χαμηλή τιμή, οι μοναχοί υποσχέθηκαν να προσεύχονται για την ίδια, τον σύζυγο και τους γονείς της!

Για να γλιτώσει από την πανώλη

Τρεις είναι οι περιπτώσεις που στα χρόνια του Βυζαντίου υπάρχει μαρτυρία ότι γυναικείο πόδι πάτησε στο Αγιον Ορος, σύμφωνα με την επίτιμη διευθύντρια του ερευνητικού κέντρου βυζαντινών σπουδών Dumbarton Oaks Αλις Μαίρη Τάλμποτ. Περί το 1100 οικογένειες βλάχων κτηνοτρόφων έβοσκαν τα κοπάδια τους στον Άθω και οι κόρες τους πήγαιναν γάλα, τυρί και μαλλί στα μοναστήρια, όπου εργάζονταν και ως υπηρέτριες. Το 1308, σε μια περίοδο σιτοδείας, τουλάχιστον δυο οικογένειες από την Ιερισσό βρήκαν καταφύγιο στη Μονή Βατοπεδίου λόγω του λιμού και του φόβου επίθεσης Καταλανών. Και τον χειμώνα του 1347-48 η Γελένα, σύζυγος του ηγεμόνα της Σερβίας Στέφαν Ντούσαν, πέρασε αρκετούς μήνες στη σερβική μονή Χιλανδαρίου για να γλιτώσει από την επιδημία της πανώλης.